ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ                                                      Τα σχέδια έχουν αναρτηθεί

Αφηγηματική Θεραπεία                                

«Ποια είναι η ιστορία σου; Είναι όλα στην αφήγηση. Οι ιστορίες είναι πυξίδες και αρχιτεκτονική. πλοηγούμαστε με αυτές, χτίζουμε τα καταφύγια  και τις φυλακές μας με αυτές, και το να μείνεις χωρίς ιστορία σημαίνει να χαθείς στην απεραντοσύνη ενός κόσμου που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις όπως η αρκτική τούνδρα ή  ο θαλάσσιος πάγος… Λέμε στον εαυτό μας ιστορίες που μας σώζουν και ιστορίες που είναι η κινούμενη άμμος στην οποία χτυπιόμαστε και το πηγάδι στο οποίο πνιγόμαστε… Δεν είναι λίγες οι ιστορίες που είναι βυθιζόμενα πλοία, και πολλοί από εμάς πνιγόμαστε με αυτά (τα πλοία) ακόμα κι όταν οι σωσίβιες λέμβοι επιπλέουν γύρω μας… Νομίζουμε ότι λέμε ιστορίες, αλλά οι ιστορίες συχνά μας λένε, μας λένε να αγαπάμε ή να μισούμε, να βλέπουμε ή να είμαστε τυφλοί. Συχνά, πολύ συχνά, οι ιστορίες μας παρασύρουν, μας καβαλούν, μας μαστιγώνουν προς τα μπρος, μας λένε τι να κάνουμε και το κάνουμε χωρίς αμφισβήτηση. Το καθήκον του να μάθεις να είσαι ελεύθερη / ος απαιτεί να μάθεις να τις ακούς, να τις αμφισβητείς, να σταματάς και να ακούς τη σιωπή, να τις ονομάζεις και μετά να γίνεις η αφηγήτρια / ο αφηγητής».  Rebecca Solnit.

«Στα στρώματα και τα υποστρώματα του παρελθόντος, βρίσκονται όχι μόνο οι προσωπικές στιγμές, αλλά και οι κρυμμένες αλήθειες. Το να αντιμετωπίσεις το παρελθόν απαιτεί τόλμη. Είναι μια συνομιλία με τον εαυτό σου, με το περιβάλλον και τις σχέσεις που έχουν σχηματιστεί γύρω σου. Η διαρκής αυτή συνομιλία αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαδρομή σου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζεις και αναπλάθεις τον κόσμο γύρω σου. Η συνεχής ανακάλυψη και αναστύλωση του παρελθόντος βαθαίνει τον διάλογο με τον κόσμο και με τον εαυτό».  Αλέξης Σταμάτης

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση το σημερινό κείμενο αφορά την Αφηγηματική Θεραπεία σε σχέση με δύο βιβλία, ένα του Michael White και ένα του David Denborough. Ο White ήταν ο συνιδρυτής της αφηγηματικής θεραπείας και του κέντρου Dulwich. Μαζί με τον David Epston ανέπτυξαν την αφηγηματική θεραπεία, μια μη παθολογική, ενδυναμωτική και συνεργατική προσέγγιση στη συμβουλευτική και την κοινοτική εργασία, η οποία αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο προβλήματα, αλλά έχουν επίσης δεξιότητες και εξειδίκευση που μπορούν να υποστηρίξουν την αλλαγή στη ζωή τους . Επικεντρώνει τους ανθρώπους ως ειδικούς στη ζωή τους και τους διαχωρίζει  από τα προβλήματα τους,  υποθέτοντας ότι οι άνθρωποι έχουν δεξιότητες, ικανότητες, πεποιθήσεις, αξίες, δεσμεύσεις / υποχρεώσεις και ικανότητες που μπορούν να τους βοηθήσουν να μειώσουν την επίδραση των προβλημάτων στη ζωή τους. Στο σημερινό άρθρο θα βασιστώ στο Narrative Therapy Classics, μια συλλογή εργασιών και συνεντεύξεων που μας βοηθούν να εξοικειωθούμε με το έργο του Michael White, την πολιτική ανάλυση του, τις διάφορες αρχές της αφηγηματικής θεραπείας, δείγματα συνεδριών με πελάτες του, καθώς και με μια πληθώρα ερωτήσεων που κάποιος  θα μπορούσε να  χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αποδόμησης προκειμένου  να διευκολύνει τη διαδικασία αλλαγής και την διαδικασία του εκ νέου γραψίματος της ιστορίας και της ζωής ενός ατόμου.

Έχω συμπεριλάβει επίσης τρία σχέδια της πιο πρόσφατης σειράς με ζωγραφική-και κολάζ.

Εκτός από τα θέματα που θα θίξω σήμερα, το βιβλίο περιέχει ένα κεφάλαιο που αφορά στην απώλεια  και το πένθος, στο οποίο αναλύεται πως η ενσωμάτωση της χαμένης σχέσης μπορεί να συμβάλλει στην διαχείριση του πένθους. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται και μια συζήτηση για τα παιδιά, το τραύμα και την ανάγκη ανάπτυξης μιας δευτερεύουσας αφήγησης, όπου η ανάπτυξη της δευτερεύουσας ιστορίας παρέχει μια εναλλακτική περιοχή ταυτότητας για τα παιδιά (και τους ενήλικες), όπου μπορούν να σταθούν καθώς αρχίζουν να δίνουν φωνή στις τραυματικές εμπειρίες τους.  Συμπεριλαμβάνεται ένα κεφάλαιο σχετικά με τη σημασία της προώθησης της συνεργασίας μεταξύ γονέων και παιδιών, καθώς και μεταξύ των υπηρεσιών παιδικής προστασίας και  οικογενειών. Υπάρχει επίσης ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο για τις αφηγηματικές πρακτικές που διευκολύνουν το ξεπακετάρισμα των συμπερασμάτων σχετικά με την ταυτότητα. Τέλος, υπάρχει μια συνέντευξη όπου ο White συζητά την ηθική, την προσωπική ευθύνη και την πνευματικότητα της επιφάνειας. Κάνει αναφορές στη φεμινιστική ηθική, στη λογοδοσία από τα κάτω προς τα πάνω, και στους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να τιμήσουμε τα «μυστήρια της καθημερινής ύπαρξης».

Καθώς το βιβλίο είναι πλούσιο σε υλικό, αναπόφευκτα θα αναφερθώ σε μερικά θέματα και βασικές αρχές στο σημερινό άρθρο. Περιλαμβάνονται επίσης πολλές ιστορίες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε αρχές και πρακτικές. Ο White γράφει ότι οι ιστορίες [στο βιβλίο] για τη θεραπεία απεικονίζουν μια σειρά από παρεμβάσεις και πρακτικές, οι οποίες πιστεύει ότι σχετίζονται με αυτό που θα μπορούσε να αναφερθεί ως μία αποδομητική μέθοδος. Προτείνει ότι «σύμφωνα με τον μάλλον χαλαρό ορισμό του» η αποδόμηση έχει να κάνει με διαδικασίες που «ανατρέπουν δεδομένες πραγματικότητες και πρακτικές.  τις λεγόμενες «αλήθειες» που είναι αποκομένες  από τις συνθήκες και το πλαίσιο παραγωγής τους,  εκείνους τους ασώματους τρόπους ομιλίας που κρύβουν τις προκαταλήψεις,  και εκείνες τις οικείες πρακτικές εαυτού και σχέσης που υποτάσσουν τις ζωές των ανθρώπων. Πολλές από τις μεθόδους αποδόμησης μέσω της αντικειμενοποίησης τους καθιστούν παράξενες  τις οικείες και καθημερινές δεδομένες πραγματικότητες και πρακτικές».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επίσης προτείνεται ότι οι ζωές μας διαμορφώνονται και από το νόημα που αποδίδουμε στην εμπειρία μας, από την θέση μας στις κοινωνικές δομές και από τις γλωσσικές και πολιτισμικές πρακτικές, σχετικά με τον εαυτό και τις σχέσεις, στις οποίες υπόκεινται (στρατολογούνται) οι ζωές μας. Ο White εξηγεί ότι αυτή η προοπτική διαφωνεί με την κυρίαρχη στρουκτουραλιστική προοπτική που υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά αντανακλά τη δομή του νου και τη λειτουργιστική προοπτική που υποδηλώνει ότι η συμπεριφορά εξυπηρετεί ένα σκοπό.

Είναι μέσα από τις αφηγήσεις/ιστορίες που έχουμε για τις δικές μας ζωές και τις ζωές των άλλων που μπορούμε να κατανοήσουμε την εμπειρία μας. Ο White ισχυρίζεται ότι αυτές οι ιστορίες καθορίζουν τόσο το νόημα που δίνουν οι άνθρωποι στην εμπειρία τους όσο και ποιες πτυχές της εμπειρίας επιλέγουν [οι άνθρωποι[ να εκφράσουν. Και στον βαθμό που οι ενέργειές μας προδιαγράφονται από τη νοηματοδότηση, αυτές οι ιστορίες καθορίζουν επίσης τις πραγματικές επιπτώσεις όσον αφορά τη διαμόρφωση της ζωής των ανθρώπων. Αυτή η αφηγηματική μεταφορά προτείνει ότι «τα άτομα ζουν τη ζωή τους σύμφωνα με ιστορίες – ότι αυτές οι ιστορίες διαμορφώνουν τη ζωή και ότι έχουν πραγματικές, όχι φανταστικές, επιδράσεις – και ότι αυτές οι ιστορίες παρέχουν τη δομή της ζωής».

Εξηγεί ότι μέσω της αντικειμενοποίησης του οικείου μας κόσμου, μπορούμε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη επίγνωση του βαθμού στον οποίο ορισμένοι «τρόποι ζωής και σκέψης» διαμορφώνουν την ύπαρξή μας, και μπορεί τότε να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε να ζήσουμε με άλλους «τρόπους ζωής και σκέψης.” Ο White εξετάζει επίσης την αποδόμηση πρακτικών του εαυτού και τρόπων σχέσεων  που είναι κυρίως πολιτισμικές. την αποδόμηση της αυτό-αφήγησης και των κυρίαρχων πολιτισμικών γνώσεων  στα πλαίσια εντός των οποίων  ζουν οι άνθρωποι. και την αποδόμηση των σύγχρονων πρακτικών εξουσίας και λόγου.

Για την αποδόμηση των αφηγήσεων και των ιστοριών βάση των οποίων ζουν οι άνθρωποι,  ο ίδιος και ο Epston έχουν προτείνει την αντικειμενοποίηση των προβλημάτων για τα οποία οι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια. Αυτή η αντικειμενοποίηση εμπλέκει τα άτομα σε συνομιλίες εξωτερίκευσης σε σχέση με αυτό που βρίσκουν προβληματικό, αντί σε συνομιλίες εσωτερίκευσης. Η εξωτερίκευση είναι η διαδικασία διαχωρισμού του ατόμου από το πρόβλημα του, επιτρέποντάς στο άτομο να πάρει κάποια απόσταση από το πρόβλημά και να δει πώς αυτό μπορεί να είναι εμπόδιο, αλλά και να βοηθά ή να προστατεύει. Αυτές οι συνομιλίες εξωτερίκευσης  βοηθούν τα άτομα να ξετυλίξουν, με την πάροδο του χρόνου, τη σύσταση του εαυτού τους και των σχέσεών τους και ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τις ιδιωτικές ιστορίες και τις πολιτισμικές γνώσεις βάση των οποίων ζουν, που καθοδηγούν τη ζωή τους και τους ορίζουν την ταυτότητα.

Οι συνομιλίες εξωτερίκευσης ξεκινούν με την ενθάρρυνση των ατόμων να παρέχουν μια περιγραφή των επιπτώσεων του προβλήματος στη συναισθηματική τους κατάσταση, στις σχέσεις τους με την οικογένεια και συνομήλικους, στον κοινωνικό και εργασιακό τομέα και στη ζωή γενικά, «με ιδιαίτερη έμφαση στο πώς έχει επηρεάσει την «άποψή τους» σχετικά με «τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους». Στη συνέχεια, οι άνθρωποι καλούνται να χαρτογραφήσουν την επιρροή που έχουν αυτές οι απόψεις στη ζωή και τις αλληλεπιδράσεις τους με τους άλλους. Αυτό συχνά ακολουθείται από κάποια διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν καταλήξει να υιοθετήσουν αυτές τις απόψεις. Ο White γράφει και δείχνει σε βινιέτες ότι καθώς τα άτομα εμπλέκονται σε αυτές τις συνομιλίες εξωτερίκευσης, βιώνουν έναν διαχωρισμό από αυτές τις ιστορίες και στο κενό που δημιουργεί αυτός ο διαχωρισμός, είναι ελεύθεροι να εξερευνήσουν εναλλακτικές και προτιμώμενες γνώσεις για το ποιοι θα μπορούσαν να είναι και πως θα μπορούσαν να ζήσουν.

Γράφει ότι: «Καθώς τα άτομα διαχωρίζονται από τις κυρίαρχες ή «ολοκληρωτικές» ιστορίες που είναι συστατικές της ζωής τους, καθίσταται πιο δυνατό για αυτά να προσανατολιστούν σε πτυχές της εμπειρίας τους που έρχονται σε αντίθεση με αυτές τις γνώσεις. Τέτοιες αντιφάσεις είναι πάντα παρούσες, και, επίσης, είναι πολλές και ποικίλες……»  Για να διευκολυνθεί αυτή η διαδικασία που ο White ονόμασε «επανασυγγραφή», ο θεραπευτής μπορεί να κάνει μια ποικιλία ερωτήσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα μπορούσαν να αναφέρονται ως α) ερωτήσεις του τοπίου της δράσης, που ενθαρρύνουν τα άτομα να τοποθετούν τα αποτελέσματα από αλληλουχίες γεγονότων που εκτυλίσσονται στο χρόνο σύμφωνα με συγκεκριμένες πλοκές, και β) ερωτήσεις του τοπίου της συνείδησης, που ενθαρρύνουν τα άτομα να αναλογιστούν και να προσδιορίσουν το νόημα αυτών των εξελίξεων που συμβαίνουν στο τοπίο της δράσης.

Ο / Η  θεραπευτής /τρια ή σύμβουλος μπορεί επίσης να ενθαρρύνει τη συμμετοχή άλλων ανθρώπων, όπως μέλη της κοινότητας και μέλη της οικογένειας, που έχουν συμμετάσχει ιστορικά στη διαπραγμάτευση και τη διανομή της κυρίαρχης ιστορίας της ζωής του ατόμου, στη δημιουργία ή την ανάσταση εναλλακτικών και προτιμώμενων ιστοριών και τοπίων δράσης.

Αυτή η διαδικασία απαιτεί κάποια κατανόηση των διαφόρων μορφών και εργαλείων εξουσίας. Στην ανάλυσή του ο White αναφέρεται στον Michel Foucault, καθώς και σε άλλους. Γράφει ότι ένα μεγάλο μέρος του έργου του Foucault είναι αφιερωμένο στην ανάλυση των «πρακτικών της εξουσίας» μέσω των οποίων συγκροτείται το σύγχρονο «υποκείμενο» (Foucault, 1978, 1979). Επίσης σημειώνει ότι ο Foucault ιχνηλάτησε την ιστορία της «τέχνης της κυβέρνησης των ατόμων» από τον δέκατο έβδομο αιώνα, και κατέγραψε λεπτομερώς πολλές από τις πρακτικές του εαυτού και τις πρακτικές σχέσης που οι άνθρωποι παρακινούνται να υιοθετήσουν στη ζωή τους. Αυτές οι πρακτικές βάση των οποίων τα άτομα διαμορφώνουν τη ζωή τους, σύμφωνα με τις κυρίαρχες προδιαγραφές ύπαρξης, μπορούν να θεωρηθούν τεχνικές κοινωνικού ελέγχου. Αυτή η μορφή εξουσίας διαποτίζει και διαμορφώνει τις ζωές των ανθρώπων ως τα βαθύτερα επίπεδα, «συμπεριλαμβανομένων των χειρονομιών, των επιθυμιών, των σωμάτων, των συνηθειών τους, κλπ. – και παρομοίασε αυτές τις πρακτικές με μια μορφή  «ντρεσαρίματος  / αυστηρής εκπαίδευσης» (Foucault, 1979).

Ο White αναφέρεται στη σημασία της κατανόησης των λειτουργιών της εξουσίας σε μικροεπίπεδο και στην περιφέρεια της κοινωνίας [π.χ. σε σχολεία, κλινικές, φυλακές, οικογένειες, κλπ.]. Αναφέρεται στον Φουκώ, ο οποίος υποστήριξε ότι σε αυτά τα τοπικά πλαίσια οι πρακτικές της εξουσίας τελειοποιούνται, κι επίσης, η λειτουργία της εξουσίας είναι πιο εμφανής. Εξαιτίας αυτού η εξουσία μπορεί να έχει τις παγκόσμιες επιπτώσεις της. Ο Φουκώ πίστευε ότι αυτό το σύγχρονο σύστημα εξουσίας ήταν αποκεντρωμένο και «υιοθετημένο», παρά συγκεντρωτικό και ασκούμενο από την κορυφή προς τα κάτω. Επομένως, οι προσπάθειες αλλαγής των σχέσεων εξουσίας σε μια κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτές τις πρακτικές εξουσίας σε τοπικό επίπεδο, «στο επίπεδο των καθημερινών, θεωρούμενων ως δεδομένων, κοινωνικών πρακτικών».

Οι μηχανισμοί και οι δομές αυτού του συστήματος εξουσίας στρατολογούν / πείθουν τα άτομα να συνεργαστούν στην υποταγή της ζωής τους και την αντικειμενοποίηση των σωμάτων τους. Γίνονται «πρόθυμοι» συμμετέχοντες στην πειθαρχία ή την αστυνόμευση της ζωής τους. Αυτή η συνεργασία συχνά δεν είναι συνειδητό φαινόμενο, αφού η λειτουργία αυτής της εξουσίας είναι συγκαλυμμένη ή μασκαρεμένη επειδή λειτουργεί σε σχέση με ορισμένες νόρμες που τους αποδίδεται μια υπόσταση «αλήθειας». Ο White γράφει ότι αυτή η εξουσία ασκείται σε σχέση με ορισμένες γνώσεις που κατασκευάζουν συγκεκριμένες αλήθειες, «και έχει σχεδιαστεί για να επιφέρει συγκεκριμένα και «σωστά» αποτελέσματα, όπως μια ζωή που θεωρείται «εκπληρωμένη», «απελευθερωμένη», «λογική», « διαφοροποιημένη», «ατομική»…….., και ούτω καθεξής. Οι περιγραφές αυτών των «επιθυμητών» τρόπων  ύπαρξης είναι στην πραγματικότητα ψευδαισθήσεις». Επισημαίνει ότι αυτή η ανάλυση της εξουσίας υποδηλώνει ότι πολλές από τις πτυχές των ατομικών μας τρόπων συμπεριφοράς που υποτίθεται ότι είναι έκφραση της ελεύθερης βούλησης ή θεωρούνται παραβατικές, δεν είναι αυτό που μπορεί να φαίνονται αρχικά, κι για αυτό το λόγο πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν αυτές τις ιδέες.

Στη θεραπεία, η αντικειμενοποίηση αυτών των οικείων και θεωρούμενων ως δεδομένων πρακτικών εξουσίας συμβάλλει σημαντικά στην αποδόμηση τους. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτό επιτυγχάνεται με την εμπλοκή ατόμων σε συζητήσεις εξωτερίκευσης σχετικά με αυτές τις πρακτικές, γεγονός που επιτρέπει την αποκάλυψη των πρακτικών εξουσίας και την αντιμετώπιση της επιρροής τους στη ζωή και τις σχέσεις μας. Ο White γράφει ότι σε αυτές τις συνομιλίες δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο τι έχουν υπαγορεύσει αυτές οι πρακτικές στους ανθρώπους σχετικά με τη κλοπή της σχέσης τους με τον εαυτό τους και τους άλλους. Μέσω αυτών των  συνομιλιών εξωτερίκευσης τα άτομα μπορούν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίσουν τον βαθμό στον οποίο έχουν  στρατολογηθεί στην αστυνόμευση της δικής τους ζωής, καθώς και τη φύση της συμμετοχής τους στην αστυνόμευση της ζωής των άλλων. Προσθέτει ότι καθώς έχει δουλέψει με ανθρώπους στην αποδόμηση συγκεκριμένων τρόπων ζωής και σκέψης, εξετάζοντας μαζί τους τις επιπτώσεις της κατάστασης της ζωής τους σε εκείνα τα πεδία εξουσίας που λαμβάνουν τη μορφή κοινωνικών δομών, αυτοί είναι σε θέση να αμφισβητήσουν τις επιπτώσεις, καθώς και εκείνες τις δομές που θεωρούνται άνισες.

Αυτά που έχω συζητήσει και αναφέρει μέχρι τώρα μπορούν να γίνουν κατανοητά πιο εύκολα μέσω της συνοπτικής παρουσίασης ορισμένων  ιστοριών του βιβλίου. Ο White παρέχει τις ιστορίες της Amy και του Robert για να διευκρινίσει τις διαδικασίες αποδόμησης των πρακτικών του εαυτού και της αυτό-αφήγησης, των σχέσεων που είναι πολιτισμικά κυρίαρχες, των κυρίαρχων πολιτισμικών γνώσεων βάση των οποίων ζουν οι άνθρωποι,  καθώς  και των σύγχρονων πρακτικών εξουσίας.

Η Έιμι, για παράδειγμα, είχε ενστερνιστεί ορισμένες «τεχνολογίες του εαυτού» / “technologies of the self ” ως μια μορφή αυτοελέγχου και ως κάτι απαραίτητο για τη μεταμόρφωση της ζωής της σε «ένα αποδεκτό σχήμα –  που θεωρούσε ως εκπλήρωση». Είχε ερμηνεύσει τις δραστηριότητές υποταγής της ζωής της ως απελευθερωτικές δραστηριότητες. Ο White γράφει ότι όταν με την Έιμι έκαναν μια συνομιλία εξωτερίκευσης σχετικά με τη νευρική ανορεξία μέσω της διερεύνησης των πραγματικών επιπτώσεών της ανορεξίας στη ζωή της, άρχισε να διακρίνει  «τις διάφορες πρακτικές ελέγχου του εαυτού /  self-government – των πειθαρχιών του σώματος – και τις προδιαγραφές για τον εαυτό που ήταν ενσωματωμένες στη νευρική ανορεξία. Η ανορεξία δεν ήταν πλέον  ο σωτήρας της. Το τέχνασμα και οι πρακτικές εξουσίας είχαν αποκαλυφθεί. Αντί να συνεχίζει να ασπάζεται αυτές τις πρακτικές εαυτού, η Έιμι βίωσε  αποξένωση σε σχέση με αυτές. Η νευρική ανορεξία δεν ήταν πλέον σημαντική για την ταυτότητά της».

Ως αποτέλεσμα, μπόρεσε να εξερευνήσει εναλλακτικές και προτιμώμενες πρακτικές εαυτού και σχέσης. Στη συνέχεια ενθαρρύνθηκε να εντοπίσει άτομα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα κατάλληλο κοινό αυτής της διαφορετικής εκδοχής του ποια θα μπορούσε να είναι, άτομα που θα ήταν πρόθυμα να συμμετάσχουν στην αναγνώριση και στην πιστοποίηση αυτής της νέας έκδοσης ταυτότητας. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναφέρω ότι ο White αναφέρει επίσης τις πιθανότητες  να υπάρξει απώθηση  και αντίδραση από το περιβάλλον κάποιου όταν αποφασίσει να υπάρξει διαφορετικά. Λόγου χάρη, σε ένα άλλο παράδειγμα γράφει: «Έσπευσα να μοιραστώ την πρόβλεψή μου ότι ήταν απίθανο οι προσπάθειες της Ελισάβετ να «ανακτήσει τη ζωή της» να χαιρετίζονταν στην αρχή με μεγάλο ενθουσιασμό από τα παιδιά της».

Ο Ρόμπερτ, από την άλλη, είχε ξεκινήσει θεραπεία για την κακοποιητική συμπεριφορά του προς την οικογένειά του. Η μη αμφισβήτηση  και εξέταση των γνώσεων, πρακτικών  ή «τεχνολογιών εξουσίας»,  δομών και συνθηκών που παρείχαν το πλαίσιο για την κακοποιητική συμπεριφορά του ήταν όλα μέρος ενός αυτονόητου τρόπου ζωής και σκέψης που αυτός είχε θεωρήσει ότι αντανακλούσε τη φυσική τάξη πραγμάτων. Παρατηρούμε στη βινιέτα πώς μέσω των συνομιλιών εξωτερίκευσης σχετικά με αυτές τις γνώσεις, πρακτικές, δομές και συνθήκες, και μέσω της χαρτογράφησης των πραγματικών επιπτώσεων στη ζωή του και στις ζωές της οικογένειάς του, βίωσε έναν διαχωρισμό από αυτόν τον τρόπο ζωής και σκέψης.  Ο White γράφει: «…αυτός [ο τρόπος σκέψης και πράξης] δεν σήμαινε για αυτόν πλέον τη «φύση» των τρόπων των ανδρών με τις γυναίκες και τα παιδιά».  Με την πάροδο του χρόνου, ο Ρόμπερτ αντάλλαξε μια ζωή παραμέλησης και στρατηγικής με μια ζωή που ο ίδιος, αλλά και οι άλλοι, θεωρούσαν ότι περιείχε φροντίδα και ήταν ανοιχτή και άμεση.

Εν συντομία, ο White γράφει ότι κατά την πρώιμη επαφή τους, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ευθύνη του Robert για τη διάπραξη της κακοποίησης, στον εντοπισμό των πραγματικών βραχυπρόθεσμων και πιθανών μακροπρόθεσμων τραυματικών επιπτώσεων στη ζωή της οικογένειάς του και στον προσδιορισμό του τι θα μπορούσε να κάνει προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη επιδιόρθωσης ότι μπορούσε να διορθωθεί. Μετά από αυτό το στάδιο, ρώτησε τον Ρόμπερτ αν ήταν πρόθυμος να εξετάσουν τις πιθανές συνθήκες και τον χαρακτήρα της κακοποιητικής συμπεριφοράς των ανδρών.  Επικεντρώθηκαν σε ερωτήματα όπως λόγου χάρη:

Εάν ένας άντρας επιθυμούσε να κυριαρχήσει ή να κάνει κάποιον δέσμιo του, ιδιαίτερα μια γυναίκα ή ένα παιδί, τι είδους συμπεριφορές θα ήταν απαραίτητες προκειμένου να το δικαιολογήσει αυτό, και τι είδους στρατηγικές και τεχνικές εξουσίας θα το έκαναν εφικτό;

Κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, διατυπώθηκαν συγκεκριμένες γνώσεις σχετικά με τον τρόπο ύπαρξης των ανδρών που υποτάσσουν τους άλλους, εντοπίστηκαν τεχνικές και στρατηγικές στις οποίες μπορούν να βασιστούν οι άνδρες για να θεσπίσουν αυτήν την υποταγή, κι επίσης, συζητήθηκαν διάφορες κοινωνικές δομές και συνθήκες που υποστηρίζουν την κακοποιητική συμπεριφορά.  Μετά ζητήθηκε από τον Robert να εξετάσει ποια από τα παραπάνω αφορούσαν τη δική του ζωή. Στη συνέχεια συζήτησαν τις ιστορικές διαδικασίες μέσω των οποίων [ο Robert] είχε στρατολογηθεί σε ένα πλαίσιο ζωής που είχε ορισθεί από αυτές τις νοοτροπίες, τεχνικές και δομές. και τέλος κλήθηκε να πάρει θέση σχετικά με αυτές [τις νοοτροπίες, στρατηγικές και δομές].

Ο White γράφει: «Καθώς προχωρούσε η εργασία μας, ο εντοπισμός αυτών των μοναδικών αποτελεσμάτων παρείχε ένα σημείο εισόδου για μια «αρχαιολογία / εκσκαφή» εναλλακτικών και προτιμώμενων γνώσεων σχετικά με τους τρόπους ύπαρξης των ανδρών, γνώσεις που ο Robert άρχισε να υιοθετεί στη ζωή του…. Θυμήθηκε ένα θείο που δεν έμοιαζε με τους υπόλοιπους άντρες της οικογένειάς του. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος που σίγουρα ήταν συμπονετικός και μη κακοποιητικός».

Θα ολοκληρώσω αυτό το κομμάτι κάνοντας αναφορά στο πώς οι θεραπευτικές πρακτικές που περιγράφονται παραπάνω, και τις οποίες ο White αναφέρει ως «αποδομητικές» βοηθούν στο χτίσιμο μιας αίσθησης αυτενέργειας. Αυτή η αίσθηση αυτενέργειας, γράφει, προέρχεται από την εμπειρία της εγκατάλειψης της θέσης «επιβάτη» στη ζωή και από την αίσθηση ότι μπορεί κανείς να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της δικής του ζωής. Απορρέει από το να μπορεί κάποιος να επηρεάσει τις εξελίξεις στη ζωή του σύμφωνα με τους σκοπούς του. Αυτή η αίσθηση της προσωπικής αυτενέργειας εδραιώνεται μέσω της ανάπτυξης κάποιας επίγνωσης του βαθμού στον οποίο ορισμένοι τρόποι ζωής και σκέψης διαμορφώνουν την ύπαρξή μας, κι επίσης, μέσω της εμπειρίας κάποιας δυνατότητας επιλογής των τρόπων ζωής και σκέψης στα πλαίσια των οποίων θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Εξηγεί ότι οι πρακτικές τις οποίες αναφέρει ως αποδομητικές «βοηθούν τα άτομα να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από εκείνους τους τρόπους ζωής και σκέψης που κρίνουν ότι εξαθλιώνουν τη δική τους ζωή και τη ζωή των άλλων. Και προκαλούν στους θεραπευτές, και στα άτομα που αναζητούν θεραπεία, μια περιέργεια σχετικά με αυτές τις εναλλακτικές εκδοχές για το ποιοι θα μπορούσαν να είναι. Δεν είναι απλώς οποιαδήποτε περιέργεια. Είναι μια περιέργεια για το πώς τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, μια περιέργεια για αυτό που υπάρχει έξω από τις αθροιστικές ιστορίες που έχουν οι άνθρωποι για τη ζωή τους και έξω από τις κυρίαρχες πρακτικές του εαυτού και της σχέσης».

Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι μάλλον θα επιστρέψω στο βιβλίο σε επόμενη ανάρτηση γιατί υπάρχουν μερικά ακόμη θέματα που νομίζω ότι έχουν αξία και ενδιαφέρον.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ                                            Η μετάφραση έχει ολοκληρωθεί 21/07 / 2024

Μια μικρή εισαγωγή στην Αφηγηματική Θεραπεία και σχέδια ζωγραφικής

«Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου στο Ιράκ, του οποίου τα δύο μεγάλα κεντρικά ποτάμια μοιάζουν όσο τίποτα άλλο στη γη στον βιβλικό παράδεισο με τέσσερα ποτάμια να ρέουν έξω από αυτόν, ένας από τους γύπες που υποστήριξε τον βομβαρδισμό αμάχων της Βαγδάτης είπε: «Υπάρχουν αυτά που γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε. Υπάρχουν πράγματα που ξέρουμε ότι ξέρουμε. Γνωρίζουμε επίσης ότι υπάρχουν γνωστά άγνωστα. Δηλαδή, ξέρουμε ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν γνωρίζουμε. Υπάρχουν όμως και άγνωστα άγνωστα, αυτά που δεν ξέρουμε ότι δεν τα ξέρουμε». Αυτή η τρίτη κατηγορία θα αποδεικνυόταν κρίσιμη στους σπασμούς και τις καταστροφές του πολέμου. Και ο φιλόσοφος Slavoj Zizek πρόσθεσε ότι είχε παραλείψει έναν τέταρτο όρο, «τα «άγνωστα γνωστά», πράγματα που δεν ξέρουμε ότι γνωρίζουμε, που είναι ακριβώς το φροϋδικό ασυνείδητο, η «γνώση που δεν γνωρίζει τον εαυτό της». όπως έλεγε ο Λακάν» και συνέχισε λέγοντας ότι «οι πραγματικοί κίνδυνοι βρίσκονται στις αποκηρυγμένες πεποιθήσεις, υποθέσεις και ανήθικες πρακτικές που προσποιούμαστε ότι δεν γνωρίζουμε». Οι χώροι terra incognita στους χάρτες λένε ότι η γνώση είναι επίσης ένα νησί που περιβάλλεται από ωκεανούς αγνώστου, αλλά το αν βρισκόμαστε στη στεριά ή στο νερό είναι μια άλλη ιστορία». From A Field Guide to Getting Lost από τη Rebecca Solnit

«Ένας άνθρωπος, όπως φαίνεται, δεν δημιουργεί τους δικούς του σκοπούς. Αυτοί επιβάλλονται από την εποχή που γεννιέται. μπορεί να τους υπηρετήσει, μπορεί να επαναστατήσει εναντίον τους, αλλά το αντικείμενο της υπηρεσίας ή της εξέγερσής του έρχεται απ’ έξω. Για να βιώσει την απόλυτη ελευθερία στην αναζήτηση των σκοπών του, θα έπρεπε να είναι μόνος, και αυτό είναι αδύνατο, αφού ένα άτομο που δεν έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε ανθρώπους δεν μπορεί να γίνει άτομο». Από το Solaris του Stanisław Lem

Η σημερινή ανάρτηση είναι μια εισαγωγή στο θέμα των επόμενων αναρτήσεων.

Δύο βιβλία που διαβάζω αυτή τη στιγμή είναι το: Narrative Therapy Classics  / Τα Κλασικά της Αφηγηματικής Θεραπείας (Εκδόσεις Dulwich Centre) του Michael White και το Retelling the Stories of Our Lives: Everyday Narrative Therapy to Draw Inspiration and Transform Experience  / Αναδιήγηση των ιστοριών της ζωής μας: Καθημερινή αφηγηματική θεραπεία για να αντληθεί έμπνευση και να μεταμορφωθεί η εμπειρία (Εκδόσεις W. W. Norton & Company) του David Denborough.  Είναι ένα θέμα για το οποίο ήθελα να γράψω εδώ και πολύ καιρό. Είναι στο πίσω μέρος του μυαλού μου εδώ και χρόνια και η αγορά  των δύο βιβλίων έφερε ξανά την πρόθεση στο προσκήνιο.

Το σημερινό κείμενο είναι μια εισαγωγή στο θέμα των επόμενων αναρτήσεων. Η πρώτη μου συνάντηση με την Αφηγηματική Θεραπεία ήταν πριν από περίπου δεκατέσσερα χρόνια, ως μέρος ενός μεταπτυχιακού προγράμματος.  Νομίζω ότι ήταν κατά τη διάρκεια ενός εισαγωγικού μαθήματος σχετικά με τις διαφορετικές θεραπευτικές σχολές και προσεγγίσεις. Αυτό λοιπόν που είναι γνωστό ως αφηγηματική θεραπεία μας παρουσιάστηκε μέσω ενός σύντομου κακής ποιότητας βίντεο μιας θεραπευτικής συνεδρίας του Michael White με μια οικογένεια. [Ο White ήταν ο συνιδρυτής της αφηγηματικής θεραπείας και του Dulwich Centre. Μαζί με τον David Epston ανέπτυξαν την αφηγηματική θεραπεία, μια μη παθολογική, ενδυναμωτική και συνεργατική προσέγγιση, η οποία αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο προβλήματα, αλλά έχουν επίσης δεξιότητες και τεχνογνωσία που μπορούν να υποστηρίξουν την αλλαγή στη ζωή τους]. Η ποιότητα του βίντεο ήταν τόσο κακή που ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε. Στη συνέχεια, υπήρχαν κάποια αστεία στην τάξη και αυτό ήταν το τέλος της επαφής μας με το θέμα. Εκ των υστέρων, κατάλαβα ότι αυτή η έμμεση αποθάρρυνση του ενδιαφέροντός μας για την αφηγηματική θεραπεία οφειλόταν στις κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις, τις αρχές και την γενικότερη προσέγγισή της θεραπείας και της συμβουλευτικής, οι οποίες αμφισβητούν κάποιες προσεγγίσεις και πρακτικές του κατεστημένου της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής.

Επιστρέφοντας σε αυτό το υλικό  συνειδητοποίησα ότι θα ήταν μάλλον  χρήσιμο για κάποιον που σπουδάζει ή εργάζεται στους τομείς της ψυχικής υγείας ή της κοινωνικής και κοινοτικής εργασίας, καθώς και στην εκπαίδευση και άλλους τομείς. Γνωρίζω με βεβαιότητα ότι σε εκείνο το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο, θα μπορούσε μια μικρή εντρύφηση στο υλικό να είχε εμπλουτίσει την εμπειρία των σπουδαστών και διευρύνει τη συζήτηση και την κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας, της διαδικασίας της διάγνωσης και αυτού που ονομάζουμε ψυχοπαθολογία. Επίσης, θα μπορούσε να είχε δείξει διαφορετικούς  τρόπους σχέσης με τον / την μελλοντικό / ή ίσως πελάτη,  ωφελούμενο / η, αλλά και συναδέλφους.  Θα είχε φέρει στο προσκήνιο τη συμπόνια, την ενσυναίσθηση και τη σημασία της υποστήριξης της αυτενέργειας και προσωπικής δράσης. Αλλά αυτό θα απαιτούσε χώρο για κριτική αξιολόγηση θεωριών και πρακτικών, καθώς και του εκπαιδευτικού υλικού. Θα απαιτούσε επίσης μια έμφαση στις συνθήκες και στην αναγνώριση της βιοψυχοκοινωνικής (biopsychosocial) φύσης της ανθρώπινης εμπειρίας.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η  Αφηγηματική Θεραπεία  «επιδιώκει να είναι μια προσέγγιση της συμβουλευτικής και κοινοτικής εργασίας που εστιάζει στον  σεβασμό και στην μη κατηγορία, η οποία θεωρεί τους ανθρώπους ως ειδικούς στη ζωή τους. Θεωρεί τα προβλήματα ως ξεχωριστά από τους ανθρώπους και υποθέτει ότι οι άνθρωποι έχουν πολλές δεξιότητες, ικανότητες, πεποιθήσεις, αξίες και ικανότητες που τους βοηθούν να μειώσουν την επιρροή των προβλημάτων στη ζωή τους (Alice Morgan / από τον ιστότοπο του Κέντρου Dulwich).  Η αφηγηματική θεραπεία χρησιμοποιεί την έννοια της εξωτερίκευσης ως ένα από τα βασικά της στοιχεία. Η εξωτερίκευση είναι η διαδικασία διαχωρισμού του ατόμου από το πρόβλημα, επιτρέποντάς του να πάρει κάποια απόσταση από το πρόβλημά  και να δει πώς αυτό μπορεί να εμποδίζει, να βοηθά ή να προστατεύει (το άτομο).

Στο βιβλίο της – Τι είναι η Αφηγηματική Θεραπεία; – η Alice Morgan εξηγεί ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά θέματα που συνθέτουν αυτό που έχει γίνει γνωστό ως «αφηγηματική θεραπεία» και ότι ο κάθε θεραπευτής ή σύμβουλος μπορεί να ασχοληθεί με αυτές τις ιδέες κάπως διαφορετικά. Γράφει: «Όταν ακούς κάποιον να αναφέρεται στην «αφηγηματική θεραπεία», μπορεί να αναφέρεται σε συγκεκριμένους τρόπους κατανόησης της ταυτότητας των ανθρώπων. Εναλλακτικά, μπορεί να αναφέρεται σε ορισμένους τρόπους κατανόησης των προβλημάτων και των επιπτώσεών τους στη ζωή των ανθρώπων. Μπορεί επίσης να αναφέρεται σε συγκεκριμένους τρόπους συζήτησης με τους ανθρώπους για τη ζωή και τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν ή συγκεκριμένους τρόπους κατανόησης των θεραπευτικών σχέσεων και της ηθικής ή της πολιτικής της θεραπείας».  Η Morgan προσθέτει ότι κατά τη γνώμη της, παρόλο που υπάρχουν διάφορες αρχές που καθορίζουν τους αφηγηματικούς τρόπους εργασίας, οι δύο πιο σημαντικές είναι: να διατηρεί κανείς πάντα μια στάση περιέργειας και να κάνει πάντα ερωτήσεις στις οποίες πραγματικά δεν γνωρίζει τις απαντήσεις.

Το βιβλίο, στο οποίο θα αναφερθώ στην επόμενη ανάρτηση περιλαμβάνει μια σειρά από εργασίες και συνεντεύξεις του Michael White που οι άνθρωποι που συνέταξαν αυτόν τον τόμο πιστεύουν ότι: «έχουν μεταμορφώσει τις συμβατικές έννοιες της θεραπείας, έχουν αναδιαμορφώσει τους τρόπους κατανόησης της ψύχωσης, παρέχουν νέους τρόπους απόκρισης στη θλίψη / στο πένθος, και που συνεχίζουν να αμφισβητούν βαθιά την ηγεμονία των ψυχιατρικών γνώσεων. Ταυτόχρονα συγκινητικά και εμπνευσμένα, αυτά τα κεφάλαια μεταφέρουν έναν σπάνιο συνδυασμό πολιτικής ανάλυσης και συμπόνιας». Το βιβλίο περιλαμβάνει ιστορίες  από την εμπειρία του White για μια μεγάλη ποικιλία προβλημάτων, τα οποία συμβάλλουν στην κατανόηση των αρχών και πρακτικών. Επειδή το βιβλίο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε ιδέες και υλικό, καθώς κάθε κεφάλαιο / εργασία παρουσιάζει και αναλύει κάτι διαφορετικό, αναπόφευκτα θα επικεντρωθώ σε μερικές αρχές ή κεφάλαια.

Έχω συμπεριλάβει κι έξι πρόσφατα σχέδια-κολάζ.

 

 

Ιστορίες μύθοι και μεταφορές με ζώα,  νέα σχέδια και βιβλία

«Είναι όλα θηρία φορτίου (υποζύγια) κατά μία έννοια», παρατήρησε κάποτε ο Thoreau για τα ζώα, «φτιαγμένα για να μεταφέρουν μέρος των σκέψεων μας». Τα ζώα είναι η παλιά γλώσσα της φαντασίας  μια από τις δέκα χιλιάδες τραγωδίες της εξαφάνισής τους θα ήταν η φίμωση αυτού του λόγου. Από το βιβλίο, A Field Guide to Getting Lost, της  Rebecca Solnit

“Αν ένας ελέφαντας δεν είναι πολύ μεγάλο βακτήριο, τότε ένας ωκεανός δεν μπορεί να είναι ένας πολύ μεγάλος εγκέφαλος…” Από το βιβλίο Solaris του Stanislaw Lem

Τις προάλλες περπατούσα, στο χωριό που μένω, όταν το δυνατό γάβγισμα δύο μεγαλόσωμων και μάλλον υπέρβαρων σκύλων έσπασε την απογευματινή ησυχία.  Έκαναν μεγάλο σαματά  πίσω από την σιδερένια πύλη για λίγο και μετά  πήδηξαν στον πέτρινο τοίχο που περιέβαλλε το κτήμα,  όπου συνέχισαν να γαβγίζουν με νέο ενθουσιασμό. Aπρόσμενα το λευκό σκυλί γλίστρησε από τον τοίχο σαν τον Humpty Dumpty (Χάμπτι Ντάμπτι) και προσγειώθηκε ένα μέτρο από εκεί που στεκόμουν.  Και μετά σιωπή. Ανησύχησα μήπως, λόγω του μεγέθους και του βάρους του, το ζώο είχε τραυματιστεί. Περίμενα μερικά λεπτά για να δω τις αντιδράσεις του, αλλά το σοκ μάλλον το είχε παγώσει. Έμεινε ακίνητο και σιωπηλό μέχρι που το έχασα από τα μάτια μου.

Μετά από μερικές μέρες περπατώντας στο ίδιο στενό χωματόδρομο είδα τον μαύρο σκύλο, απλωμένο σαν μια σκούρα φλοκάτη στο έδαφος. Υπέθεσα ότι και αυτός είχε πέσει ή ίσως και να είχε πηδήξει προς την ελευθερία αφού η σιδερένια πόρτα ήταν κλειδωμένη. Σε αντίθεση όμως με την προηγούμενη φορά, τώρα  έμεινα εγώ ακίνητη.  Κοντοστάθηκα κι αναλογίστηκα αν έπρεπε να συνεχίσω το δρόμο μου ή μήπως η παρουσία μου του ξυπνούσε το ένστικτο του φύλακα καθώς ήμουν αναγκασμένη να περάσω δίπλα από την πύλη.  Αποφάσισα να πλησιάσω ελπίζοντας ότι θα μετακινιόταν ή θα έφευγε από το δρόμο μου, αλλά το ζώο απλώς κειτόταν εκεί.  Στο τέλος παρόλο που μάλλον αμφέβαλα ότι θα γινόταν επιθετικό, το μέγεθός του και η ανάμνηση του τρελού πρότερου γαβγίσματος του με ώθησαν να γυρίσω πίσω και να πάρω άλλο δρόμο, για παν ενδεχόμενο.

Κατά τη διάρκεια του περιπάτου ήρθαν στο μυαλό μου μερικές ιστορίες σκύλων. Αρχικά, ανέσυρα κάτι από το μακρινό παρελθόν. Θυμήθηκα τον σκύλο κάποιων φίλων, τον Καίσαρα, έναν μεγαλοπρεπή μελαχρινό Μολοσσό, ο οποίος, όπως τουλάχιστον λέει η ιστορία, πήδηξε από την ταράτσα τους και πέθανε. Αναρωτήθηκα πόσο συνηθισμένο είναι τελικά τα σκυλιά να πηδούν από μπαλκόνια, ταράτσες και ψηλούς τοίχους. Στη συνέχεια, ήρθε στο μυαλό μου ένα παιδικό βιβλίο με όμορφη εικονογράφηση, με τίτλο ΜΑΥΡΟΣ ΅ΣΚΥΛΟ΅Σ / BLACK DOG, για το οποίο ίσως να έχω γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση. Το βιβλίο είναι εικονογραφημένο από έναν Αυστραλό καλλιτέχνη,  Levi Pinfold. Ο Πίνφολντ γράφει: «Έχετε ακούσει ποτέ για τον θρύλο του Μαύρου Σκύλου; Μερικοί πιστεύουν ότι μια ματιά αυτού του φοβερού πλάσματος μπορεί αν θέσει σε κίνηση τα πιο τρομερά γεγονότα, οπότε όταν επισκέπτεται το σπίτι της οικογένειας Hope, ποιος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει που ήταν λίγο ανήσυχοι; Αυτή η ιστορία μας διηγείται πως είναι αν φοβάσαι. Μας διηγείται και πως είναι να μη φοβάσαι. Εξαρτάται από το πώς βλέπεις τα πράγματα». Όπως συμβαίνει μερικές φορές, εξαρτάται από την οπτική του ατόμου για τα γεγονότα. Όταν η Μικρή Hope, το νεώτερο και πιο μικροκαμωμένο μέλος της οικογένειας, φέρνει το ζώο μέσα στο σπίτι, ο φόβος διαλύεται καθώς ο σκύλος δεν είναι ούτε τρομακτικός ούτε και τόσο μεγάλος.

Κατά τη διάρκεια του περιπάτου μου θυμήθηκα και τον μύθο ή μεταφορά του μαύρου σκύλου του Ουίνστον Τσόρτσιλ.  Όταν επέστρεψα σπίτι μπήκα στο διαδίκτυο και διάβασα λίγο περισσότερο για το θέμα. Ο Μαύρος Σκύλος ως μεταφορά για την κατάθλιψη παρόλο που πιστεύεται ότι προήλθε από τον Τσόρτσιλ, τελικά εμφανίζεται σε παλαιότερη αγγλοσαξονική γραφή και στην πραγματικότητα επινοήθηκε για πρώτη φορά από τον Ρωμαίο ποιητή Οράτιο. Ο συμβολισμός είναι αυτός ενός σκυθρωπού σκύλου που ένα άτομο παλεύει να βγάλει από την πλάτη του και έχει προέλθει από τους μύθους των σκύλων που φυλάνε τη μετά  θάνατον ζωή. Το 2011 η εκστρατεία Black Dog / Μαύρος Σκύλος, που ξεκίνησε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και τους πόρους για άτομα που ζουν με κατάθλιψη ή είναι υψηλού ρίσκου. Ο Τσόρτσιλ ήταν ένας από τους ανθρώπους που έφεραν την έννοια του Μαύρου Σκύλου στη δημόσια αντίληψη, αλλά φαίνεται να υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με το αν ο ίδιος υπέφερε πράγματι από σοβαρή κλινική κατάθλιψη ή διπολική διαταραχή.

Υπάρχουν ιστορικοί και ψυχολόγοι, που πιστεύουν ότι ο μύθος του «Μαύρου Σκύλου», ως μεταφορά του Τσόρτσιλ για μια σοβαρή κλινική διαταραχή της διάθεσης δεν αντικατοπτρίζει την δική του πραγματικότητά και είναι απλώς ένας μύθος. Ένας από τους βιογράφους του, ο ιστορικός Andrew Roberts,  απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι ο Churchill ήταν μανιοκαταθλιπτικός ή διπολικός και πιστεύει ότι δεν θα μπορούσε να ηγηθεί της Βρετανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου. Άλλοι έχουν επίσης προτείνει ότι δεν θα είχε καταφέρει να κάνει όσα έκανε σε όλους τους τομείς της ζωής του, αν υπέφερε από παρατεταμένες και σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Σε ένα από τα άρθρα που διάβασα στη διεύθυνση: https://winstonchurchill.org/publications/finest-hour/finest-hour-155/the-myth-of-the-black-dog/, η Carol Breckenridge, ασκούμενη θεραπεύτρια για πάνω από είκοσι χρόνια και επίκουρη καθηγήτρια στο Ursuline College του Οχάιο, ισχυρίζεται ότι «ο Τσόρτσιλ θα έμενε έκπληκτος αν μάθαινε ότι οι πολλές αναφορές του στην αθώα παιδική του φράση «Black Dog / Μαύρος Σκύλος», μια έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι βικτωριανές νταντάδες για να υποδηλώσουν κακές διαθέσεις, θα χρησιμοποιούνταν μετά τον θάνατό του για να τον ανακηρύξουν ψυχικά άρρωστο». Σημειώνει ότι υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν ότι είχε μανιοκατάθλιψη (γνωστή ως Διπολική Διαταραχή) και εκείνοι που πιστεύουν ότι έπασχε από Μείζονα ή Κλινική Κατάθλιψη, και ότι η βιβλιογραφία για αυτό το θέμα είναι δύο τύπων. Το πρώτο είδος είναι από εκείνους που έχουν τα προσόντα να κάνουν μια διάγνωση, αλλά έχουν επιφανειακή γνώση της ζωής του Τσόρτσιλ, και το δεύτερο, είναι από συγγραφείς που γνωρίζουν τη ζωή του, αλλά έχουν μια επιφανειακή κατανόηση της κλινικής ψυχολογίας και της ψυχικής ασθένειας. Η διατριβή της ερευνά και υποστηρίζει ότι ο νεαρός Τσόρτσιλ είχε ADD-H / Ελλειμματική Προσοχή  με Υπερκινητικότητα,  και ότι είχε πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά και στην ενήλικη ζωή του. Επίσης, δεν αρνείται ότι υπέφερε από ηπιότερες μορφές κατάθλιψης ή ότι αντιμετώπισε αρκετές απώλειες και θλίψη, αλλά αντιτίθεται στην υποτιθέμενη διπολική διαταραχή. Εξετάζει τα εννέα κριτήρια της κλινικής κατάθλιψης και τα κριτήρια ενός μανιακού επεισοδίου του DSM  ( Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών) .

Η κλινική κατάθλιψη είναι βαριά, περίπλοκη και εξουθενωτική εάν δεν αντιμετωπιστεί, και η αιτία μιας σειράς παραγόντων. Η έρευνα υποδηλώνει ότι η κατάθλιψη δεν προκαλείται μόνο από χημικές ανισορροπίες του εγκεφάλου, αλλά είναι μάλλον αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλών πιθανών αιτιών, συμπεριλαμβανομένης της εσφαλμένης ρύθμισης της διάθεσης από τον εγκέφαλο,  της γενετικής ευπάθειας,  των αγχωτικών περιστάσεων και γεγονότων της ζωής, των τραυμάτων, διαφόρων ιατρικών προβλημάτων και φαρμάκων. Στο DSM υπάρχουν εννέα κριτήρια, τα οποία διερευνά η Breckenridge για να υποδείξει ότι ο Τσόρτσιλ δεν έπασχε από κλινική ή μείζονα κατάθλιψη. Εξετάζει επίσης τα κριτήρια για τη Διπολική Διαταραχή. Η ίδια γράφει ότι «Τα μανιακά συμπτώματα 3-7 είναι επίσης ενδεικτικά Ελλειμματικής Προσοχής με Υπερκινητικότητα.  Είναι επίσης πιθανό ότι ο νεαρός Τσόρτσιλ θα μπορούσε να είχε διαγνωστεί με αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως  ADD-H – και ότι τα ίδια αυτά τα χαρακτηριστικά έγιναν τα δυνατά του σημεία ως ενήλικας. Το DSM, σημειώνοντας αυτή τη συνάφεια συμπτωμάτων, δηλώνει ότι η Ελλειμματική Προσοχή με Υπερκινητικότητα. μπορεί να διαγνωστεί στη θέση ενός Μανιακού Επεισοδίου μόνο εάν τα συμπτώματα ήταν παρόντα από την παιδική ηλικία — η περίπτωση του Τσόρτσιλ».

Η Breckenridge συνεχίζει: «Οι δάσκαλοι του έβρισκαν ότι αποσπάται εύκολα. Αλλά όπως τα περισσότερα ευφυή παιδιά με ADD-H, διέπρεπε όταν ασχολιόταν με κάτι που τον ενδιάφερε. Ήταν τόσο γεμάτος ενέργεια που η μητέρα του δυσκολευόταν να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθεια της νταντάς του. Η ενέργειά του είχε και μια παρορμητική φύση και απολάμβανε καταστάσεις με κάποιο στοιχείο κινδύνου». Τέλος, σε σχέση με την τρέχουσα επικρατούσα παθολογικοποίηση των ανθρώπινων συναισθημάτων, η Breckenridge αναφέρει ότι ακόμη και στο DSM αναφέρεται ότι «οι περίοδοι θλίψης είναι εγγενείς πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα άλλο ζώο που έχει χρησιμοποιηθεί συχνά σε μεταφορές και αποτελεί μέρος μύθων και θρύλων, σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκείες είναι ο ελέφαντας. Αυτό το μεγαλειώδες ζώο κινδυνεύει επίσης να εξαφανιστεί, ειδικά ο αφρικανικός ελέφαντας του δάσους, ο οποίος είναι ένα κρίσιμα απειλούμενο είδος και έχει μειωθεί κατά περίπου 86% σε διάστημα 31 ετών.

Υπάρχουν θρησκείες και πολιτισμοί όπου ο ελέφαντας θεωρείται καλός οιωνός και συνδέεται με μύθους, θεούς και κοσμολογίες, και όπου αντιπροσωπεύει αξίες όπως η σοφία, η ευημερία και η δύναμη. Ο λευκός ή αλμπίνο ελέφαντας, ο οποίος δεν είναι κατάλευκος, αλλά μάλλον ένα ανοιχτό είδος καφέ-ροζ, έχει επίσης θεωρηθεί ιερός στους ανατολικούς πολιτισμούς. Η κατοχή ενός λευκού ελέφαντα εξακολουθεί να θεωρείται στην Ταϊλάνδη, η οποία θεωρείται η χώρα των λευκών ελεφάντων, τη Βιρμανία και άλλα μέρη, ως σύμβολο πλούτου, καλής τύχης και δύναμης. Στη Μιανμάρ υπάρχουν λευκοί ελέφαντες που κρατούνται σε αιχμαλωσία επειδή θεωρούνται «πολιτικά τυχερά γούρια». Ωστόσο, αυτό έχει προκαλέσει επικρίσεις επειδή κρατούνται απομονωμένοι και αλυσοδεμένοι σε μικρούς τσιμεντένιους χώρους.

Ο λευκός ελέφαντας είναι επίσης μια μεταφορά για ένα άχρηστο δώρο ή ένα δώρο που πλέον έχει γίνει βάρος ή μια ιδιοκτησία που απαιτεί πολλή φροντίδα και έξοδα κι ενώ αποφέρει μικρό κέρδος. Προέρχεται από την ιστορία των βασιλιάδων του Σιάμ, οι οποίοι χάριζαν σε υπηκόους που τους είχαν δυσαρεστήσει ή είχαν πέσει σε δυσμένεια, έναν λευκό ελέφαντα που προστατευόταν από την εργασία  από τους νόμους. Έτσι, η λήψη ενός λευκού ελέφαντα ως δώρο από έναν μονάρχη θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα, αφού η συντήρησή του απαιτούσε μια περιουσία, κάτι που συχνά οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή.

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1927 έγραψε ένα διήγημα, με τίτλο Hills Like White Elephants / Λόφοι σαν Λευκοί Ελέφαντες. Το 2002 η ιστορία διασκευάστηκε για μια ταινία μικρού μήκους με τον ίδιο τίτλο, στην οποία ο Βρετανός ηθοποιός Greg Wise παίζει τον Αμερικανό. Η ιστορία επικεντρώνεται κυρίως σε μια συνομιλία μεταξύ ενός Αμερικανού άνδρα και μιας νεαρής γυναίκας, που περιγράφεται ως «κορίτσι», σε έναν ισπανικό σιδηροδρομικό σταθμό. Η γυναίκα συγκρίνει τους κοντινούς λόφους με λευκούς ελέφαντες. Σε αυτή την ιστορία, ο Χέμινγουεϊ χρησιμοποιεί διάφορους συμβολισμούς.  Λόγου χάρη η χρήση της μεταφοράς του λευκού ελέφαντα,  αντανακλά το πώς ο άνδρας θεωρεί την εγκυμοσύνη ως ανεπιθύμητο δώρο. Η δε έκφραση «ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο»,  υποδηλώνει ότι είναι ένα θέμα που ο άντρας δεν αισθάνεται άνετα να συζητά.

Επίσης, ο κοινωνικός ψυχολόγος, Jonathan Haidt, χρησιμοποιεί τον ελέφαντα και τον αναβάτη ως μεταφορά για να αναπαραστήσει πώς σκέφτονται οι άνθρωποι. Σε αυτή την αναλογία ο ελέφαντας αντιπροσωπεύει τη συναισθηματική μας πλευρά, η οποία είναι τεράστια, ισχυρή και συχνά καθοδηγείται από το ένστικτο, και ο πολύ μικρότερος αναβάτης συμβολίζει τον λογικό, αναλυτικό, προγραμματιστικό νου μας. Με άλλα λόγια, ο ελέφαντας απεικονίζει ανεξέλεγκτες, διαισθητικές και συναισθηματικές διαδικασίες σκέψης και ο αναβάτης αντιπροσωπεύει μια πιο λογική, ελεγχόμενη και αναλυτική σκέψη. Ο συναισθηματικός μας εγκέφαλος είναι πολύ μεγαλύτερος και πιο ισχυρός από τον αναβάτη, τον λογικό εγκέφαλο. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι ο ελέφαντας αναπαριστά το ασυνείδητο και ο αναβάτης το μικρό συνειδητό μέρος του μυαλού μας. Όταν ο ελέφαντας δεν αισθάνεται ήρεμος και συγκεντρωμένος, αλλά είναι θυμωμένος, αναστατωμένος, φοβισμένος, πιεσμένος ή ανήσυχος, τότε ο αναβάτης μπορεί να μην είναι σε θέση να ελέγξει εύκολα τον ελέφαντα ή να τον οδηγήσει στον επιθυμητό προορισμό του.

Σε σχέση με την κοινή φράση, ο ελέφαντας στο δωμάτιο, ο συγγραφέας Στίβεν Κινγκ έχει πει: «Υπάρχει μια φράση, «ο ελέφαντας στο σαλόνι», που υποτίθεται ότι περιγράφει πώς είναι να ζεις με έναν τοξικομανή, έναν αλκοολικό,  με κάποιον που είναι κακοποιητικός.. Άνθρωποι εκτός τέτοιων σχέσεων μερικές φορές ρωτούν: “Πώς μπόρεσες να αφήσεις μια τέτοια κατάσταση να συνεχιστεί τόσα χρόνια; Δεν είδες τον ελέφαντα μέσα στο σαλόνι;” Και είναι τόσο δύσκολο για όποιον ζει μια πιο φυσιολογική κατάσταση να καταλάβει την απάντηση που πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια. “Λυπάμαι, αλλά ήταν εκεί όταν μετακόμισα. Δεν ήξερα ότι ήταν ελέφαντας, νόμιζα ότι ήταν μέρος της επίπλωσης.” Έρχεται μια στιγμή για μερικούς ανθρώπους -τους τυχερούς- που ξαφνικά αναγνωρίζουν τη διαφορά».

Υπάρχει κι ένα βιβλίο (εργασίας) για παιδιά και εφήβους, με τίτλο: «Ο ελέφαντας στο σαλόνι, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1984, από τις Jill Hostings, MS, και Marion Typpo, PhD, με εικονογράφηση της Mimi Noland. Το διάβασα για πρώτη φορά στη διάρκεια μαθημάτων για τον εθισμό πριν 14 χρόνια. Η πρόθεση του βιβλίου είναι να βοηθήσει τα παιδιά (αλλά και τους ενήλικες) να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τον αλκοολισμό, τον εθισμό στα ναρκωτικά ή (και) την κατάχρηση.

Απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου:

«Φανταστείτε επίσης τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό το σπίτι…. Οι άνθρωποι πρέπει να περνούν από το σαλόνι πολλές φορές την ημέρα και παρακολουθείς καθώς περπατούν / κινούνται μέσα σε αυτό πολύ προσεκτικά…. γύρω από τον ΕΛΕΦΑΝΤΑ. Κανείς δεν λέει ποτέ τίποτα για τον ΕΛΕΦΑΝΤΑ. Αποφεύγουν τον αιωρούμενο κορμό και απλώς περπατούν γύρω του. Εφόσον κανείς δεν μιλάει ποτέ για τον ΕΛΕΦΑΝΤΑ, ξέρεις ότι ούτε κι εσύ πρέπει να μιλήσεις για αυτόν. Και δεν το κάνεις.”

Θα τελειώσω αυτό το κομμάτι με κάτι που γράφει η Rebecca Solnit στο βιβλίο της καθώς εξετάζει τους γρήγορους ρυθμούς εξαφάνισης πολλών ειδών ζώων σε όλο τον κόσμο:

«Είναι όλα θηρία φορτίου κατά μία έννοια», παρατήρησε κάποτε ο Thoreau για τα ζώα, «φτιαγμένα για να μεταφέρουν μέρος των σκέψεων μας». Τα ζώα είναι η παλιά γλώσσα της φαντασίας. μια από τις δέκα χιλιάδες τραγωδίες της εξαφάνισής τους θα ήταν η φίμωση αυτού του λόγου.

Τέλος, έχω συμπεριλάβει μερικά νέα σχέδια ζωγραφική-κολάζ, κι μια σύντομη αναφορά σε ένα βιβλίο σχετικό με το θέμα της προηγούμενης ανάρτησης:

Απέκτησα ένα βιβλίο με 142 ελεύθερα σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά, με     εισαγωγή του Ντένη Ζαχαρόπουλου και πρόλογο του Μύρωνα Μπικάκη (2007, Εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ), στον οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση. Χάρηκα που βρήκα αυτή τη συλλογή σκίτσων και σχεδίων του καλλιτέχνη. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τα γλυπτά του, το γεγονός ότι θεωρείται ο Έλληνας Ροντέν, κι επίσης ξέρουμε για την βασανισμένη ζωή του, αλλά τα σχέδιά του είναι λιγότερο γνωστά.

«Μέσα από τα σχέδια ξετυλίγονται όλες οι ανησυχίες του και αναδεικνύονται όλα τα θέματα που κατά καιρούς τον ενδιέφεραν. Τα λίγα έργα που έχουν χαθεί ξαναζωντανεύουν μέσα από αυτές τις μολυβιές, ενώ τα έργα, που δεν βρήκε χρόνο να εκτελέσει, παίρνουν σάρκα και οστά και προστίθενται στο σώμα της συνολικής του δημιουργίας».